Ισπανικά → Αγγλικά - adhesión

προφορά
n. adhesion, attachment; adherence; accession

Ισπανικά → Γαλλικά - adhesión

προφορά
(política) adhérence (f); adhésion (f)

Ισπανικά → Γερμανικά - adhesión

προφορά
n. anschluss, verbundenheit, beipflichtung, beitritt, parteinahme, festhalten, adhäsion, übertritt

Ισπανικά → Ρωσικά - adhesión

προφορά
n. приклеивание, присоединение, причастность

Ισπανικά → Κορεατικά - adhesión

προφορά
n. 부착, 버팀


dictionary extension
© dictionarist.com