Αγγλικά → Ελληνικά - adamant

προφορά
επίθ. αμετάπειστος, αμετάτρεπτος
ουσ. αδαμάντας

Αγγλικά → Αγγλικά - adamant

προφορά
adj. unyielding, firm, immovable; hard
n. something unyielding, something immovable; something hard; stone similar to a diamond

Αγγλικά → Γαλλικά - adamant

προφορά
adj. inflexible; résolu; fainéant
n. quelque chose d'immuable; objet ayant la particularité de la dureté; adamantin, pierre similaire au diamant

Αγγλικά → Γερμανικά - adamant

προφορά
adj. unnachgiebig, steinhart
n. etwas unnachgiebiges, etwas felsenfestes; harter Gegenstand; diamantenähnliches Gestein

Αγγλικά → Ινδονησιακά - adamant

προφορά
a. tetap, kukuh, teguh, berubah: yg tak berubah, menyerah: yg tdk mau menyerah

Αγγλικά → Ιταλικά - adamant

προφορά
agg. duro come il diamante; risoluto, inflessibile
s. diamante, pietra dura

Αγγλικά → Πολωνικά - adamant

προφορά
n. diament
a. twardy, nieugięty, bezkompromisowy

Αγγλικά → Πορτογαλικά - adamant

προφορά
adj. indomável, incontrolável; inflexível, firme; duro
s. algo incontrolável; algo inflexível; pedra semelhante ao diamante

Αγγλικά → Ρουμανικά - adamant

προφορά
n. adamant, diamant, bronz, granit {fig.}
a. dârz, tare, hotărât

Αγγλικά → Ρωσικά - adamant

προφορά
прил. непреклонный, несгибаемый, несокрушимый, твердый

Αγγλικά → Ισπανικά - adamant

προφορά
adj. inflexible, firme, tenaz, testarudo; diamantino

Αγγλικά → Τουρκικά - adamant

προφορά
s. sert, hoşgörüsüz
i. çok sert efsanevi bir taş

Αγγλικά → Ουκρανικά - adamant

προφορά
n. адамант, алмаз
a. непохитний, незламний, невблаганний

Γερμανικά → Αγγλικά - adamant

προφορά
adj. unyielding, firm, immovable; hard

Ρουμανικά → Αγγλικά - adamant

n. diamond, adamant

Αγγλικά → Ολλανδικά - adamant

προφορά
bn. vastbesloten; onvermurwbaar

Γερμανικά → Τουρκικά - adamant

προφορά
dik basli, sert, inatçi

Αγγλικά → Αραβικά - adamant

προφορά
‏الأدمنت حجر صلب، اللمعان‏
‏عنيد، صلب، ماسي الصلابة، متعنت، متصلب‏

Αγγλικά → Κινεζικά - adamant

προφορά
(形) 坚硬无比的; 固执的; 坚定不移的

Αγγλικά → Κινεζικά - adamant

προφορά
(形) 堅硬無比的; 固執的; 堅定不移的

Αγγλικά → Χίντι - adamant

προφορά
n. कठोर पदार्थ, अटल
a. हठी

Αγγλικά → Ιαπωνικά - adamant

προφορά
(形) 堅固無比の, 頑固な, 意志の固い; 堅い
(名) 頑固なもの; かたいもの; ダイヤモンドのような石

Αγγλικά → Κορεατικά - adamant

προφορά
형. 견고 무비한, 단호한, 지지 않고

Αγγλικά → Βιετναμικά - adamant

προφορά
n. vật rất cứng, rất cứng cỏi, lòng sắt đá, tính lạnh lùng


© dictionarist.com