Αγγλικά → Ελληνικά - actual

προφορά
επίθ. πραγματικός

Αγγλικά → Αγγλικά - actual

προφορά
adj. substantial, real, tangible; current; factual
adj. actual, substantial, real, tangible; current; factual
adj. current, modern; contemporary, of or pertaining to present time

Αγγλικά → Γαλλικά - actual

προφορά
adj. réel, véritable; positif, concret

Αγγλικά → Γερμανικά - actual

προφορά
adj. tatsächlich, eigentlich, wirklich

Αγγλικά → Ινδονησιακά - actual

προφορά
a. sebenarnya, benar-benar, memang betul-betul, sesungguhnya: yg sesungguhnya

Αγγλικά → Ιταλικά - actual

προφορά
agg. reale, vero, effettivo; (non com) presente, attuale

Αγγλικά → Πολωνικά - actual

προφορά
a. faktyczny, istotny, rzeczywisty, właściwy, konkretny, realny, efektywny, bieżący

Αγγλικά → Πορτογαλικά - actual

προφορά
adj. atual; real

Αγγλικά → Ρουμανικά - actual

προφορά
a. real, adevărat, concret, pozitiv, efectiv, faptic, aievea, actual

Αγγλικά → Ρωσικά - actual

προφορά
прил. настоящий, подлинный, фактически существующий, фактический, действительный; актуальный, современный, текущий

Αγγλικά → Ισπανικά - actual

προφορά
adj. actual, existente, literal, real; en boga, moderno, que rige, vigente

Αγγλικά → Τουρκικά - actual

προφορά
s. gerçek, asıl, fiili, aktüel, güncel, şimdiki, mevcut

Αγγλικά → Ουκρανικά - actual

προφορά
a. справжній, дійсний, поточний, сучасний, актуальний, настоящий, фактичний

Πορτογαλικά → Αγγλικά - actual

προφορά
adj. current, modern; contemporary, of or pertaining to present time

Ρουμανικά → Αγγλικά - actual

a. actual, nowaday, present, current, existent, existing, up-to-date, contemporary, modern, fresh, ruling, topical

Ισπανικά → Αγγλικά - actual

προφορά
adj. actual, substantial, real, tangible; current; factual

Αγγλικά → Ολλανδικά - actual

προφορά
bn. eigenlijk, werkelijk; actueel

Ισπανικά → Γαλλικά - actual

προφορά
1. (general) actuel 2. (circunstancia) présent; existant; actuel
3. (tiempo) contemporain; actuel; présent; de notre temps 4. (predominante) actuel; du moment
5. (presente) présent; courant; actuel 6. (de hoy en día) d'aujourd'hui; contemporain

Ισπανικά → Γερμανικά - actual

προφορά
a. aktuell, zeitgemäß, gegenwartsnah, zeitnah, modern, modisch, bestehend, jeweilig, momentan, gegenwärtig, derzeitig, jetzig

Ισπανικά → Ρωσικά - actual

προφορά
adj. современный, настоящий, действительный, злободневный, реальный

Αγγλικά → Αραβικά - actual

προφορά
‏حقيقي، فعلي، حالي، واقعي‏

Αγγλικά → Κινεζικά - actual

προφορά
(形) 实际的; 现行的; 真实的

Αγγλικά → Κινεζικά - actual

προφορά
(形) 實際的; 現行的; 真實的

Αγγλικά → Χίντι - actual

προφορά
a. वास्तविक, यथार्थ, ठीक, चालू

Αγγλικά → Ιαπωνικά - actual

προφορά
(形) 現実の; 現在の; 事実の

Αγγλικά → Κορεατικά - actual

προφορά
형. 현실의, 현행의

Αγγλικά → Βιετναμικά - actual

προφορά
a. hiện nay, hiện thời, có thật, bây giờ

Ισπανικά → Κορεατικά - actual

προφορά
adj. 현실적인


dictionary extension
© dictionarist.com