Αγγλικά → Ελληνικά - activate

προφορά
ρήμ. θέτω εις ενέργειαν, δραστηριοποιώ

Αγγλικά → Αγγλικά - activate

προφορά
v. set in motion, make active, start; speed up a reaction (Chemistry); make radioactive (Physics)
v. activate; push on

Αγγλικά → Γαλλικά - activate

προφορά
v. activer

Αγγλικά → Γερμανικά - activate

προφορά
v. starten, aktivieren

Αγγλικά → Ινδονησιακά - activate

προφορά
v. menggiatkan, menghidupkan, menggerakkan, mempergiat, mempergiatkan, mengaktifkan, meradioaktifkan

Αγγλικά → Ιταλικά - activate

προφορά
v. attivare, rendere attivo; (Fis, Chim) rendere radioattivo; (Mil) organizzare

Αγγλικά → Πολωνικά - activate

προφορά
v. aktywizować, uaktywniać, uruchomić, aktywować {chem., fiz.}, zaktywować {chem., fiz.}, uczynniać {med.}, uaktywnić, uruchamiać, uczynnić {med.}

Αγγλικά → Πορτογαλικά - activate

προφορά
v. ativar, acionar, fazer funcionar; acelerar uma reação (Química); tornar radioativo (Física)

Αγγλικά → Ρουμανικά - activate

προφορά
v. activa, completa, organiza, activiza, stimula

Αγγλικά → Ρωσικά - activate

προφορά
г. активировать, активизировать, включать; делать радиоактивным; зачислять в часть, формировать и укомплектовывать

Αγγλικά → Ισπανικά - activate

προφορά
v. activar, accionar, meter acción a, mover, poner en marcha, en funcionamiento; desencadenar, provocar; excitarse

Αγγλικά → Τουρκικά - activate

προφορά
f. etkinleştirmek, harekete geçirmek, aktif hale getirmek; kurmak (birlik)

Αγγλικά → Ουκρανικά - activate

προφορά
v. активувати, радіоактивний: робити радіоактивним {фіз.}

Αγγλικά → Ολλανδικά - activate

προφορά
ww. aanzetten tot handeling

Αγγλικά → Αραβικά - activate

προφορά
‏شغل، نفذ، نشط، أعد، جهز، زود وحدة عسكرية‏

Αγγλικά → Κινεζικά - activate

προφορά
(动) 使活动起来; 使产生放射性; 使活化; 建成

Αγγλικά → Κινεζικά - activate

προφορά
(動) 使活動起來; 使產生放射性; 使活化; 建成

Αγγλικά → Χίντι - activate

προφορά
v. सक्रिय बनाना, शक्ति बढ़ाना

Αγγλικά → Ιαπωνικά - activate

προφορά
(動) 活動させる; (化学)活性化する; 放射性にする(物理学)

Αγγλικά → Κορεατικά - activate

προφορά
동. 활동적으로 하다, 활성화하다; 반응을 빨리 일으키게 하다(화학); 방사능을 부여하다, 방사성으로 하다(물리)

Αγγλικά → Βιετναμικά - activate

προφορά
v. hoạt động
a. sự may mắn, sự lanh lẹ, sự hiệu lực, sự công hiệu


dictionary extension

Χρονοι ρηματων

Present participle: activating
Present: activate (3.person: activates)
Past: activated
Future: will activate
Present conditional: would activate
Present Perfect: have activated (3.person: has activated)
Past Perfect: had activated
Future Perfect: will have activated
Past conditional: would have activated
© dictionarist.com