Αγγλικά → Ελληνικά - acrimonious

προφορά
επίθ. δηκτικός, δριμύς, πικρός

Αγγλικά → Αγγλικά - acrimonious

προφορά
adj. bitter, rancorous, caustic

Αγγλικά → Γαλλικά - acrimonious

προφορά
adj. acrimonieux; piquant; amer

Αγγλικά → Γερμανικά - acrimonious

προφορά
adj. scharf; bitter

Αγγλικά → Ινδονησιακά - acrimonious

προφορά
a. sengit, tajam, pedas

Αγγλικά → Ιταλικά - acrimonious

προφορά
agg. astioso, malevolo, acrimonioso

Αγγλικά → Πολωνικά - acrimonious

προφορά
a. zgorzkniały, zjadliwy, uszczypliwy, zgryźliwy, żółciowy

Αγγλικά → Πορτογαλικά - acrimonious

προφορά
adj. acrimônio; ácido, áspero; amargo; acrimonioso

Αγγλικά → Ρουμανικά - acrimonious

προφορά
a. acrimonios, acru, caustic, muşcător, aspru

Αγγλικά → Ρωσικά - acrimonious

προφορά
прил. желчный, язвительный, саркастический

Αγγλικά → Ισπανικά - acrimonious

προφορά
adj. lleno de resentimiento, mordaz; cáustico, acrimonioso

Αγγλικά → Τουρκικά - acrimonious

προφορά
s. ters, hırçın, huysuz

Αγγλικά → Ουκρανικά - acrimonious

προφορά
a. жовчний, уїдливий, ущипливий, саркастичний, гострий, їдкий

Αγγλικά → Ολλανδικά - acrimonious

προφορά
bn. scherp; bitter

Αγγλικά → Αραβικά - acrimonious

προφορά
‏حاد، لاذع، قارص‏

Αγγλικά → Κινεζικά - acrimonious

προφορά
(形) 刻薄的; 辛辣的; 严厉的; 激烈的

Αγγλικά → Κινεζικά - acrimonious

προφορά
(形) 刻薄的; 辛辣的; 嚴厲的; 激烈的

Αγγλικά → Χίντι - acrimonious

προφορά
a. रूखा, उग्र, चिड़चिड़ापन

Αγγλικά → Ιαπωνικά - acrimonious

προφορά
(形) 辛らつな

Αγγλικά → Κορεατικά - acrimonious

προφορά
형. 통렬한

Αγγλικά → Βιετναμικά - acrimonious

προφορά
a. chua cay, gay gắt


dictionary extension
© dictionarist.com