Ισπανικά → Αγγλικά - acicalado

προφορά
adj. smart, neat, spruce; polished, buffed

Ισπανικά → Γαλλικά - acicalado

προφορά
(apariencia) coquet; chic; élégant; distingué

Ισπανικά → Γερμανικά - acicalado

προφορά
a. geschniegelt und gebügelt, adrett, piekfein

Ισπανικά → Ρωσικά - acicalado

προφορά
adj. жеманный, лощеный, полированный

Ισπανικά → Κορεατικά - acicalado

προφορά
adj. 조촐한


dictionary extension
© dictionarist.com