Πορτογαλικά → Αγγλικά - acelerado

προφορά
adj. accelerated; quick, hasty

Ισπανικά → Αγγλικά - acelerado

προφορά
adj. quick; accelerated; (Latin America) nervous, jumpy

Πορτογαλικά → Γαλλικά - acelerado

προφορά
(apressado) accéléré; plus rapide

Ισπανικά → Γαλλικά - acelerado

προφορά
(más rápido) accéléré; plus rapide

Ισπανικά → Γερμανικά - acelerado

προφορά
a. schnell, beschleunigt

Ισπανικά → Ρωσικά - acelerado

προφορά
adj. ускоренный, частый

Ισπανικά → Κορεατικά - acelerado

προφορά
adj. 빠른


dictionary extension
© dictionarist.com