Αγγλικά → Ελληνικά - accustomed

προφορά
επίθ. συνηθισμένος

Αγγλικά → Αγγλικά - accustomed

προφορά
adj. familiar with, used to;adapted to

Αγγλικά → Γαλλικά - accustomed

προφορά
adj. familier avec; adapté à; habituel, coutumier

Αγγλικά → Γερμανικά - accustomed

προφορά
[accustom] v. gewöhnen
adj. gewöhnt an, bekannt mit; angepasst an

Αγγλικά → Ινδονησιακά - accustomed

προφορά
a. biasa, familier, latih, membiasakan diri: yg membiasakan diri

Αγγλικά → Ιταλικά - accustomed

προφορά
agg. abituale, consueto; abituato, avvezzo

Αγγλικά → Πολωνικά - accustomed

προφορά
a. przyzwyczajony, zwykły, zwyczajny, obyty, oswojony, przywykły

Αγγλικά → Πορτογαλικά - accustomed

προφορά
adj. acostumado, habituado, familiar

Αγγλικά → Ρουμανικά - accustomed

προφορά
a. obişnuit, deprins, uzual

Αγγλικά → Ρωσικά - accustomed

προφορά
прил. привычный, обычный, привыкший, приученный

Αγγλικά → Ισπανικά - accustomed

προφορά
adj. acostumbrado, adaptado

Αγγλικά → Τουρκικά - accustomed

προφορά
s. alışılmış, alışmış, alışkın, alışık

Αγγλικά → Ουκρανικά - accustomed

προφορά
a. звиклий, привчений, звичайний, звичний

Αγγλικά → Ολλανδικά - accustomed

προφορά
[accustom] ww. wennen aan, gewend raken aan

Αγγλικά → Αραβικά - accustomed

προφορά
‏معتاد، متعود، مألوف‏

Αγγλικά → Κινεζικά - accustomed

προφορά
[accustom] (动) 使习惯于

Αγγλικά → Κινεζικά - accustomed

προφορά
[accustom] (動) 使習慣於

Αγγλικά → Χίντι - accustomed

προφορά
a. आदी

Αγγλικά → Ιαπωνικά - accustomed

προφορά
(形) 有り触れた, いつもの; 慣れた

Αγγλικά → Κορεατικά - accustomed

προφορά
형. 익숙한, ...에 익숙한

Αγγλικά → Βιετναμικά - accustomed

προφορά
a. thường lệ, thường dùng, thói quen


dictionary extension
© dictionarist.com