Αγγλικά → Ελληνικά - abysmal

προφορά
(Lex). αβυσσαλέος, απύθμενος, απροσμέτρητος

Αγγλικά → Αγγλικά - abysmal

προφορά
adj. of or pertaining to an abyss, immeasurable, bottomless; terrible, very bad

Αγγλικά → Γαλλικά - abysmal

προφορά
adj. sans fond; profond; insondable; terrible, horrible, ignoble, atroce

Αγγλικά → Γερμανικά - abysmal

προφορά
adj. abgrundtief; tief

Αγγλικά → Ινδονησιακά - abysmal

προφορά
a. bukan kepalang, bukan buatan, bukan main

Αγγλικά → Ιταλικά - abysmal

προφορά
agg. abissale; (fig) incommensurabile, enorme

Αγγλικά → Πολωνικά - abysmal

προφορά
a. bezdenny, przepastny, nędzny, marny

Αγγλικά → Πορτογαλικά - abysmal

προφορά
adj. relativo a abismo, referente às profundezas; profundo

Αγγλικά → Ρουμανικά - abysmal

προφορά
a. abisal, fund: fără fund

Αγγλικά → Ρωσικά - abysmal

προφορά
прил. бездонный, глубокий; крайний; ужасный; полный

Αγγλικά → Ισπανικά - abysmal

προφορά
adj. abismal, abisal, abismático; insondable, profundo

Αγγλικά → Τουρκικά - abysmal

προφορά
s. çok derin, dipsiz, sonsuz; berbat

Αγγλικά → Ουκρανικά - abysmal

προφορά
a. бездонний, глибокий, цілковитий, надзвичайний, жахливий, страшенний

Αγγλικά → Ολλανδικά - abysmal

προφορά
bn. diep, onmetelijk diep, onpeilbaar

Αγγλικά → Αραβικά - abysmal

προφορά
‏سحيق، لا قعر له‏

Αγγλικά → Κινεζικά - abysmal

προφορά
(形) 深不可测的, 无底的

Αγγλικά → Κινεζικά - abysmal

προφορά
(形) 深不可測的, 無底的

Αγγλικά → Χίντι - abysmal

προφορά
a. महासागर की गहराई या पाताल-संबंधी

Αγγλικά → Ιαπωνικά - abysmal

προφορά
(形) 底知れない; とてもひどい

Αγγλικά → Κορεατικά - abysmal

προφορά
형. 심연의, 심원의, 가늠할 수 없는, 끝이 없는; 끔찍한, 나락의

Αγγλικά → Βιετναμικά - abysmal

προφορά
a. không đáy, sự dốt đặc, khó dò, ngu dốt, đáy biển


dictionary extension
© dictionarist.com