Αγγλικά → Ελληνικά - abstruse

προφορά
επίθ. δυσνόητος

Αγγλικά → Αγγλικά - abstruse

προφορά
adj. ambiguous, difficult to understand obscure
adj. abstruse, obscure; fanciful, wild, strange; imaginary; unreal; whimsical
adj. abstruse, ambiguous; recondite, profound, relatively unknown

Αγγλικά → Γαλλικά - abstruse

προφορά
adj. abstrus, abscons, obscur; profond; caché

Αγγλικά → Γερμανικά - abstruse

προφορά
adj. abstrus; schwer verständlich; unklar (in der Bedeutung)

Αγγλικά → Ινδονησιακά - abstruse

προφορά
a. sukar dimengerti, sukar dipahami, sukar ditangkap, muskil, musykil

Αγγλικά → Ιταλικά - abstruse

προφορά
agg. astruso, recondito

Αγγλικά → Πολωνικά - abstruse

προφορά
a. zawiły, ciemny, głęboki, niejasny

Αγγλικά → Πορτογαλικά - abstruse

προφορά
adj. abstruso, oculto, escondido; de difícil compreensão

Αγγλικά → Ρουμανικά - abstruse

προφορά
a. abstrus, nepătruns, obscur, esoteric, ocult, profund, abstract, greu de înţeles, abracadabrant, ascuns

Αγγλικά → Ρωσικά - abstruse

προφορά
прил. неясный, малопонятный, заумный, глубокий, глубокомысленный

Αγγλικά → Ισπανικά - abstruse

προφορά
adj. abstruso, arcano, obscuro, de difícil comprensión; profundo, recóndito

Αγγλικά → Τουρκικά - abstruse

προφορά
s. anlaşılması zor, derin

Αγγλικά → Ουκρανικά - abstruse

προφορά
a. малозрозумілий, неясний, темний, глибокий, нерозбірливий

Γαλλικά → Αγγλικά - abstruse

προφορά
[abstrus] adj. abstruse, ambiguous; recondite, profound, relatively unknown

Αγγλικά → Ολλανδικά - abstruse

προφορά
bn. diepzinnig; duister; cryptisch

Αγγλικά → Αραβικά - abstruse

προφορά
‏غامض، مبهم، عويص، عميق‏

Αγγλικά → Κινεζικά - abstruse

προφορά
(形) 难懂的, 深奥的; 奥妙的

Αγγλικά → Κινεζικά - abstruse

προφορά
(形) 難懂的, 深奧的; 奧妙的

Αγγλικά → Χίντι - abstruse

προφορά
a. अति गूढ़, अव्यक्त

Αγγλικά → Ιαπωνικά - abstruse

προφορά
(形) 難解な

Αγγλικά → Κορεατικά - abstruse

προφορά
형. 난해한

Αγγλικά → Βιετναμικά - abstruse

προφορά
a. khó hiểu, nghỉa sâu xa, không hiểu, chẳng hiểu


© dictionarist.com