Αγγλικά → Ελληνικά - abstinence

προφορά
ουσ. αποχή, εγκράτεια

Αγγλικά → Αγγλικά - abstinence

προφορά
n. self-restraint, forbearance, avoidance
n. abstinence, self-restraint

Αγγλικά → Γαλλικά - abstinence

προφορά
n. abstinence

Αγγλικά → Γερμανικά - abstinence

προφορά
n. Abstinenz; Enthaltung

Αγγλικά → Ινδονησιακά - abstinence

προφορά
n. pantang, pertarakan, pemantangan, penahanan nafsu, tarak

Αγγλικά → Ιταλικά - abstinence

προφορά
s. astinenza, continenza

Αγγλικά → Πολωνικά - abstinence

προφορά
n. abstynencja, wstrzemięźliwość

Αγγλικά → Πορτογαλικά - abstinence

προφορά
s. abstinência

Αγγλικά → Ρουμανικά - abstinence

προφορά
n. abstinenţă, înfrânare

Αγγλικά → Ρωσικά - abstinence

προφορά
с. воздержание, трезвенность, умеренность

Αγγλικά → Ισπανικά - abstinence

προφορά
s. abstinencia, austeridad, ayuno, dieta, moderación, privación, sobriedad, templanza

Αγγλικά → Τουρκικά - abstinence

προφορά
i. kaçınma, uzak durma; içkiden uzak durma

Αγγλικά → Ουκρανικά - abstinence

προφορά
n. помірність, невживання, тверезість, утримання

Γαλλικά → Αγγλικά - abstinence

προφορά
(f) n. abstinence, self-restraint

Αγγλικά → Ολλανδικά - abstinence

προφορά
zn. onthouding van (alcohol)

Γαλλικά → Γερμανικά - abstinence

προφορά
n. enthaltsamkeit, abstinenz, wahlenthaltung

Γαλλικά → Ιταλικά - abstinence

προφορά
1. (général) sobrietà (f); astinenza (f)
2. (stupéfiants) astinenza (f)
3. (boissons alcooliques) l'essere astemio; sobrietà {invariable} nel bere

Γαλλικά → Πορτογαλικά - abstinence

προφορά
1. (général) abstinência (f); sobriedade (f)
2. (stupéfiants) abandono (m)
3. (boissons alcooliques) abstinência (f)

Γαλλικά → Ρωσικά - abstinence

προφορά
n. воздержанность (f)

Γαλλικά → Ισπανικά - abstinence

προφορά
1. (général) sobriedad (f); abstinencia (f)
2. (stupéfiants) abstinencia (f)
3. (boissons alcooliques) abstinencia (f)

Γαλλικά → Τουρκικά - abstinence

προφορά
[la] din kuralı gereği et yememe

Γαλλικά → Ολλανδικά - abstinence

προφορά
1. (général) abstinentie (f); onthouding (f)
2. (stupéfiants) onthouding (f)
3. (boissons alcooliques) geheelonthouding (f); abstinentie (f); onthouding (f)

Αγγλικά → Αραβικά - abstinence

προφορά
‏عدم الاسراف في الطعام والشراب، تقشف‏

Αγγλικά → Κινεζικά - abstinence

προφορά
(名) 节制; 戒酒; 禁食; 禁欲

Αγγλικά → Κινεζικά - abstinence

προφορά
(名) 節制; 戒酒; 禁食; 禁欲

Αγγλικά → Χίντι - abstinence

προφορά
n. संयम, परहेज़

Αγγλικά → Ιαπωνικά - abstinence

προφορά
(名) 節制, 禁欲

Αγγλικά → Κορεατικά - abstinence

προφορά
명. 절제, 자제, 참음

Αγγλικά → Βιετναμικά - abstinence

προφορά
n. sự kiêng ăn
a. thuộc về kiêng cử


dictionary extension
© dictionarist.com