Αγγλικά → Ελληνικά - absorbed

προφορά
[absorb] ρήμ. αφομοιώνω, απορροφώ

Αγγλικά → Αγγλικά - absorbed

προφορά
adj. taken in, swallowed up; engrossed, engaged, preoccupied
v. absorb, suck up; suck in, take up; preoccupy, engross; occlude (Chemistry)

Αγγλικά → Γαλλικά - absorbed

προφορά
adj. absorbé, pris par; plongé dans

Αγγλικά → Γερμανικά - absorbed

προφορά
[absorb] v. aufsaugen; aufnehmen
adj. versunken, vertieft (in etwas)

Αγγλικά → Ινδονησιακά - absorbed

προφορά
a. terpikat, asyik, terserap, cerna

Αγγλικά → Ιταλικά - absorbed

προφορά
agg. assorbito; (fig) assorto, immerso

Αγγλικά → Πολωνικά - absorbed

προφορά
a. pochłonięty

Αγγλικά → Πορτογαλικά - absorbed

προφορά
adj. absorvido, ocupado (em-)

Αγγλικά → Ρωσικά - absorbed

προφορά
прил. абсорбированный; впитанный

Αγγλικά → Ισπανικά - absorbed

προφορά
adj. absorto, absorbido, abstraído, concentrado; asimilado

Αγγλικά → Τουρκικά - absorbed

προφορά
s. dalmış, dikkatini vermiş

Αγγλικά → Ουκρανικά - absorbed

προφορά
a. захоплений, вбираний

Ισπανικά → Αγγλικά - absorbed

προφορά
[absorber] v. absorb, suck up; suck in, take up; preoccupy, engross; occlude (Chemistry)

Αγγλικά → Ολλανδικά - absorbed

προφορά
bn. opgenomen,omkomen (in werk)

Αγγλικά → Κινεζικά - absorbed

προφορά
(形) 专心一意的; 被吸收的; 全神贯注的

Αγγλικά → Κινεζικά - absorbed

προφορά
(形) 專心一意的; 被吸收的; 全神貫注的

Αγγλικά → Χίντι - absorbed

προφορά
a. शोषित, निगला हुआ, मशगूल, लीन, तल्लीन, मग्न, मगन, परायण

Αγγλικά → Ιαπωνικά - absorbed

προφορά
(形) 吸い込んだ; 心を奪われた

Αγγλικά → Κορεατικά - absorbed

προφορά
형. 열중한; 흡수된


dictionary extension
© dictionarist.com