Γερμανικά → Αγγλικά - Pleite

προφορά
(die) n. total failure, failure, bankruptcy, downfall

Γερμανικά → Γαλλικά - Pleite

προφορά
n. faillite (f)
adj. fauché, sec: à sec, déconfiture: en déconfiture

Γερμανικά → Ιταλικά - Pleite

προφορά
n. fallimento (m)
adj. fallito, quattrino: senza quattrini

Γερμανικά → Ρωσικά - Pleite

προφορά
n. банкротство (f), крах (f), неудача (f), провал (f)

Γερμανικά → Ισπανικά - Pleite

προφορά
n. quiebra (f), fracaso (m), chasco (m)

Γερμανικά → Τουρκικά - Pleite

προφορά
i. iflas (f), başarısızlık (f)

Γερμανικά → Κινεζικά - Pleite

προφορά
[die] pl.Pleiten


dictionary extension
© dictionarist.com