Γερμανικά → Αγγλικά - Lebenskraft

προφορά
(die) n. vitality, power, energy, strength, liveliness, vigor, power to live, life force, energy within a living being

Γερμανικά → Γαλλικά - Lebenskraft

προφορά
n. vitalité (f), force vitale (f)

Γερμανικά → Ιταλικά - Lebenskraft

προφορά
n. forza vitale (f)

Γερμανικά → Ρωσικά - Lebenskraft

προφορά
n. жизненная сила (f), жизненность (f), живучесть (f)

Γερμανικά → Ισπανικά - Lebenskraft

προφορά
n. fuerza vital (f), vitalidad (f), energía vital (f), dinamia (f)

Γερμανικά → Ολλανδικά - Lebenskraft

προφορά
levenskracht ,tier

Γερμανικά → Κινεζικά - Lebenskraft

προφορά
[die]活力。精力。能量。生命力。


dictionary extension
© dictionarist.com