Αγγλικά → Ελληνικά - Fundament

προφορά
Ουσ. οπίσθια, ο πρωκτός, η έδρα//

Αγγλικά → Αγγλικά - Fundament

προφορά
n. physical characteristics of a geographical area; buttocks, posterior
n. foundation, base, basis, substructure, groundwork, root, fundamental part

Αγγλικά → Γαλλικά - Fundament

προφορά
n. fondement; caractéristiques physiques d'une région géographique; derrière, bassin

Αγγλικά → Γερμανικά - Fundament

προφορά
n. geographische Beschaffenheit eines bestimmten Gebietes; Gesäß, Hinterteil

Αγγλικά → Ινδονησιακά - Fundament

προφορά
n. pantat

Αγγλικά → Ιταλικά - Fundament

προφορά
s. (Anat) natiche

Αγγλικά → Πολωνικά - Fundament

προφορά
n. pośladki {anat.}

Αγγλικά → Πορτογαλικά - Fundament

προφορά
s. fundamento, princípio; nádega, ânus; parte de uma região que não teve as suas características alteradas pela ação do homem (Geogr.)

Αγγλικά → Ρουμανικά - Fundament

προφορά
n. şezut

Αγγλικά → Ρωσικά - Fundament

προφορά
с. зад, ягодицы

Αγγλικά → Ισπανικά - Fundament

προφορά
s. fundamento, base; fundamentación; trasero

Αγγλικά → Τουρκικά - Fundament

προφορά
i. temel, taban, kaide, dip, kıç, anüs

Αγγλικά → Ουκρανικά - Fundament

προφορά
n. зад, сідниця

Γερμανικά → Αγγλικά - Fundament

προφορά
n. physical characteristics of a geographical area; buttocks, posterior

Πολωνικά → Αγγλικά - Fundament

n. foundations, basement, substructure

Ρουμανικά → Αγγλικά - Fundament

n. foundation, base, basis, ground, groundwork

Ολλανδικά → Αγγλικά - Fundament

προφορά
n. foundation, base, substructure

Αγγλικά → Ολλανδικά - Fundament

προφορά
zn. zitvlak, achterste; eigenschappen van geografisch gebied

Γερμανικά → Γαλλικά - Fundament

προφορά
n. fondation: fondations (pl), fondement: fondements (pl)

Γερμανικά → Ιταλικά - Fundament

προφορά
n. fondamenta (f), base (f), mura di fondazione (f), basamento (m), fondamento (m)

Γερμανικά → Ρωσικά - Fundament

προφορά
n. фундамент (n), основание (n), основа (n)

Γερμανικά → Ισπανικά - Fundament

προφορά
n. fundamento (m), cimentación (f), cimientos (pl), fundación (f), lecho (m)

Γερμανικά → Τουρκικά - Fundament

προφορά
i. temel (n), esas baz (n)

Ολλανδικά → Γαλλικά - Fundament

προφορά
1. (algemeen) assise (f)
2. (principe) fondement (m); base (f); assises (fp)
3. (gebouw) base (f); fondation (f)

Γερμανικά → Ολλανδικά - Fundament

προφορά
fundament ,fundatie

Αγγλικά → Αραβικά - Fundament

προφορά
‏قاعدة مبدأ، أساس، قاعدة‏

Αγγλικά → Κινεζικά - Fundament

προφορά
(名) 基础; 臀部; 基本原理

Αγγλικά → Κινεζικά - Fundament

προφορά
(名) 基礎; 臀部; 基本原理

Αγγλικά → Χίντι - Fundament

προφορά
n. कटि-पश्चाद्‌भाग, चूतड़

Αγγλικά → Ιαπωνικά - Fundament

προφορά
(名) 原景観; 肛門; 臀部; 基礎; 土台

Αγγλικά → Κορεατικά - Fundament

προφορά
명. 궁둥이, 기초, 자연 그대로의 경관

Αγγλικά → Βιετναμικά - Fundament

προφορά
n. hậu môn

Γερμανικά → Κινεζικά - Fundament

προφορά
[das] ①基座。地基。墙基。②根基。基础。


dictionary extension
© dictionarist.com