Γερμανικά → Αγγλικά - Beruf

προφορά
(der) n. occupation, profession, vocation, skilled occupation

Γερμανικά → Γαλλικά - Beruf

προφορά
n. profession (f), qualité (f), métier (m)

Γερμανικά → Ιταλικά - Beruf

προφορά
n. professione (f), carriera (f), mestiere (m)

Γερμανικά → Ρωσικά - Beruf

προφορά
n. профессия (m), специальность (m), призвание (m)

Γερμανικά → Ισπανικά - Beruf

προφορά
n. profesión (f), oficio (m), ocupación (f), misión (f), carrera (f), pasantía (f)

Γερμανικά → Τουρκικά - Beruf

προφορά
i. meslek (m), iş (m), eğilim (m)

Γερμανικά → Ολλανδικά - Beruf

προφορά
beroep ,roeping ,baan

Γερμανικά → Κινεζικά - Beruf

προφορά
[der] pl.Berufe 职业。


© dictionarist.com