Γερμανικά → Αγγλικά - Angelegenheit

προφορά
(die) n. affair, matter, deal, concern; business

Γερμανικά → Γαλλικά - Angelegenheit

προφορά
n. affaire (f), chose (f)

Γερμανικά → Ιταλικά - Angelegenheit

προφορά
n. faccenda (f), occorrenza (f), questione (f), pratica (f), fatto (m), negozio (m)

Γερμανικά → Ρωσικά - Angelegenheit

προφορά
n. дело (f), вопрос (f)

Γερμανικά → Ισπανικά - Angelegenheit

προφορά
n. asunto (m), cuestión (f), materia (f), cosa (f)

Γερμανικά → Τουρκικά - Angelegenheit

προφορά
i. iş (f), olay (f)

Γερμανικά → Ολλανδικά - Angelegenheit

προφορά
aangelegenheid ,bezorgdheid ,zaak ,zaken ,kwestie

Γερμανικά → Κινεζικά - Angelegenheit

προφορά
[die] pl.Angelegenheiten 事情。事务。事件。


dictionary extension
© dictionarist.com