intrepid στα Κορεατικά

προφορά
형. 용맹한

παράδειγμα ποινές

He fought with an intrepid spirit.
그는 용맹스럽게 싸웠다
προφορά προφορά Uitspraak Report Error!
He has always been the most intrepid explorer.
그는 언제나 가장 용맹한 탐험가였다.
προφορά προφορά Uitspraak Report Error!

Συνώνυμα

brave: daring, bold, courageous, gallant, valiant, valorous, chivalrous



dictionary extension
© dictionarist.com