enthusiasm στα Κινεζικά

προφορά
(名) 狂热; 积极性; 热心

enthusiasm στα Κινεζικά

προφορά
(名) 狂熱; 積極性; 熱心

παράδειγμα ποινές

Enthusiasm is contagious.
热情具有传染性。
προφορά προφορά Uitspraak Report Error!
Tom doesn't share Mary's enthusiasm.
汤姆没有感受到玛丽的热情。
προφορά προφορά Uitspraak Report Error!

Συνώνυμα

1. cooperation: help, devotion, participation
2. eagerness: ardour, fanaticism, ebullience, devotion, excitement, verve, willingness


dictionary extension
© dictionarist.com