customary στα Κινεζικά

προφορά
(形) 习惯的, 原来的, 惯常的

customary στα Κινεζικά

προφορά
(形) 習慣的, 原來的, 慣常的

παράδειγμα ποινές

In Asian culture it's customary to take one's shoes off before entering a house or temple.
在亚洲文化里,习惯在进一个房子或一座寺庙前先脱鞋子。
προφορά προφορά Uitspraak Report Error!

Συνώνυμα

conventional: traditional, normal, standard, accepted, accustomed, common, prevailing


dictionary extension
© dictionarist.com