extremity στα Ιαπωνικά

προφορά
(名) 端, 先端(例えば手や足); 極み; 窮地; 非常手段

παράδειγμα ποινές

He was driven to the last extremity.
彼はぎりぎりのところまで追いつめられた。
προφορά προφορά Uitspraak Report Error!

Συνώνυμα

1. appendage: hand, foot
2. end: edge, border, apogee, butt, boundary, last, bounds


dictionary extension
© dictionarist.com