valiant στα Ελληνικά

προφορά
επίθ. γεναίος, ανδρείος

παράδειγμα ποινές

on behalf of the ECR Group. - Madam President, firstly, I would like to congratulate Ms Lulling on this report: she made a valiant effort.
εξ ονόματος της Ομάδας ECR. - (ΕΝ) Κυρία Πρόεδρε, καταρχάς, θα ήθελα να ευχαριστήσω την κ. Lulling για αυτήν την έκθεση: κατέβαλε μια γενναία προσπάθεια.
προφορά προφορά Uitspraak Report Error!
It has been a valiant effort and we will now study the report carefully.
Πρόκειται για μια γενναία προσπάθεια, και θα μελετήσουμε τώρα προσεκτικά την έκθεση.
προφορά προφορά Uitspraak Report Error!
on behalf of the PPE-DE Group. - Mr President, I should like to thank Mr Klinz for all his valiant work in getting this agreed.
εξ ονόματος της Ομάδας PPE-DE. - (EN) Κύριε Πρόεδρε, θα ήθελα να ευχαριστήσω τον κ. Klinz για το θαρραλέο έργο του, ώστε να καταλήξουμε σε αυτήν τη συμφωνία.
προφορά προφορά Uitspraak Report Error!
Africa, despite separate valiant achievements, despite the efforts of many, is going downhill.
Αφρική, παρά τα μεμονωμένα γενναία επιτεύγματα, παρά τις προσπάθειες πολλών, ακολουθεί καθοδική πορεία.
προφορά προφορά Uitspraak Report Error!
He also referred to the valiant work of Mr Erik Soldheim, from Norway, whom I met 10 days ago in Oslo.
Αναφέρθηκε επίσης στο γενναίο έργο του κυρίου Erik Soldheim, από τη Νορβηγία, τον οποίο συνάντησα πριν από 10 μέρες στο Όσλο.
προφορά προφορά Uitspraak Report Error!
In my opinion, Mr Bowe has made a very valiant effort to engage in damage limitation here.
Ο κ. Bowe προσπάθησε πολύ εντυπωσιακά κατά τη γνώμη μου να προβεί σε περιορισμό των ζημιών.
προφορά προφορά Uitspraak Report Error!
The rapporteur has made a valiant effort to achieve a consensus out of a variety of cultural experience.
Ο εισηγητής έχει κάνει μια αξιόλογη προσπάθεια για να καταλήξει σε ομοφωνία μέσα από μια ποικιλία διαφορετικών πολιτισμικών εμπειριών.
προφορά προφορά Uitspraak Report Error!

Συνώνυμα

brave: daring, bold, courageous, intrepid, gallant, valorous, chivalrous



dictionary extension
© dictionarist.com