stalwart στα Ελληνικά

ουσ. παλληκάρι, παλληκαράς
επίθ. ρωμαλέος, γεναίος

παράδειγμα ποινές

She did stalwart work and she might like to say a few words as well.
Εργάστηκε σκληρά και ίσως να θέλει να πει και εκείνη δυο λόγια.
προφορά προφορά Uitspraak Report Error!


1. brave: bold, daring, gallant, valiant, indomitable, firm, resolute
2. strong: tough, rugged, robust, muscular, sturdy, vigourous, athletic
3. resolute: firm, steadfast, uncompromising, formidable, redoubtable

dictionary extension