profitable στα Ελληνικά

προφορά
επίθ. αποδοτικός, επικερδής, κερδοφόρος, επωφελής, προσοδοφόρος

παράδειγμα ποινές

This was a necessary step to ensure that otherwise profitable companies did not fall victim to the acute effects of the crisis.
Αυτό το βήμα ήταν απαραίτητο για να διασφαλιστεί ότι οι άλλοτε επικερδείς εταιρείες δεν θα έπεφταν θύματα των σφοδρών επιπτώσεων της κρίσης.
προφορά προφορά Uitspraak Report Error!
The sheep and goat sector has come through many years of being non-profitable.
Ο κλάδος των αιγοπροβάτων εδώ και αρκετά επί πολλά χρόνια δεν είναι κερδοφόρος.
προφορά προφορά Uitspraak Report Error!
If production is not profitable, we can of course buy in supplies from New Zealand, Australia and other countries.
Αν η παραγωγή δεν είναι επικερδής, μπορούμε φυσικά να αγοράσουμε προμήθειες από τη Νέα Ζηλανδία, την Αυστραλία και άλλες χώρες.
προφορά προφορά Uitspraak Report Error!
1. the result of all negotiations should be profitable for each Member State;
1. το αποτέλεσμα όλων των διαπραγματεύσεων πρέπει να είναι ευνοϊκό για κάθε ένα από τα κράτη μέλη·
προφορά προφορά Uitspraak Report Error!
There are a few people in Europe and Africa for whom the criminal trade in toxic waste is a very profitable business.
Το εγκληματικό εμπόριο τοξικών αποβλήτων είναι μία πολύ κερδοφόρα υπόθεση για λίγα άτομα στην Ευρώπη και την Αφρική.
προφορά προφορά Uitspraak Report Error!
Trafficking in human beings is one of the most sophisticated, best organised and most profitable forms of criminal activity.
" εμπορία ανθρώπων είναι μία από τις πιο πολύπλοκες, τις πιο καλά οργανωμένες και τις πιο επικερδείς μορφές εγκληματικής δραστηριότητας.
προφορά προφορά Uitspraak Report Error!
There are many highly profitable types of services, notably those filling specific niches.
Υπάρχουν πολλά λίαν επικερδή είδη υπηρεσιών, ιδίως εκείνα που καλύπτουν συγκεκριμένους θυλάκους.
προφορά προφορά Uitspraak Report Error!
That is why the Commission is now seeking to promote it by means of fragmentation, i.e. handing over profitable port services to capital.
Γι' αυτό τώρα επιδιώκεται η προώθησή της από την Επιτροπή με την μέθοδο της "σαλαμοποίησης", της παράδοσης δηλαδή κερδοφόρων λιμενικών υπηρεσιών στο κεφάλαιο.
προφορά προφορά Uitspraak Report Error!
The circumstances demand it. Piracy in the Indian Ocean is currently an extremely profitable business, which is growing day by day.
Οι περιστάσεις το απαιτούν. " πειρατεία στον Ινδικό Ωκεανό αποτελεί σήμερα μια εξαιρετικά επικερδή επιχείρηση, η οποία μεγεθύνεται μέρα με τη μέρα.
προφορά προφορά Uitspraak Report Error!
Everyone claimed that this was not going to be profitable but it certainly is profitable now, with the surge in oil prices.
Όλοι διατείνονταν ότι αυτό το έργο δεν θα ήταν κερδοφόρο, αλλά σήμερα είναι ασφαλώς κερδοφόρο, με την απότομη άνοδο των τιμών πετρελαίου.
προφορά προφορά Uitspraak Report Error!

Συνώνυμα

advantageous: beneficial, good, propitious, auspicious, favourable, serviceable



dictionary extension
© dictionarist.com