hoot στα Ελληνικά

ουσ. αποδοκιμασία, σφύριγμα
ρήμ. γιουχαΐζω, συρίζω, αποδοκιμάζω

παράδειγμα ποινές

The European mandarins don't give two hoots about the election promises made to voters about Turkey's accession.
Οι μανδαρίνοι της Ευρώπης δεν δίνουν δεκάρα για τις προεκλογικές υποσχέσεις στους ψηφοφόρους τους σχετικά με την ένταξη της Τουρκίας.
προφορά προφορά Uitspraak Report Error!
You cannot adopt a resolution relating to the Charter of Fundamental Rights, which you all hooted down yesterday!
Δεν μπορείτε να εγκρίνετε ψήφισμα που αφορά τον Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων, τον οποίο όλοι σας απορρίψατε χτες με φωνές!
προφορά προφορά Uitspraak Report Error!


1. cry out: cry, howl, shout, boo, bawl, yelp, wail
2. derisive sound: boo, whoop, bronx cheer, hiss, catcall

dictionary extension
© dictionarist.com