fearless στα Ελληνικά

προφορά
επίθ. άφοβος, ατρόμητος

παράδειγμα ποινές

This struggle has always been tragic and has, in recent years, claimed the lives of the best and the most fearless.
Αυτός ο αγώνας ήταν πάντοτε τραγικός, και, τα τελευταία χρόνια, στοίχισε τη ζωή των καλύτερων και πιο θαρραλέων.
προφορά προφορά Uitspraak Report Error!

Συνώνυμα

dashing: bold, lively, brave, daring, spirited, adventurous



dictionary extension
© dictionarist.com