efficacious στα Ελληνικά

επίθ. αποτελεσματικός, δραστικός

παράδειγμα ποινές

The directive will be more efficacious if the Member States can negotiate a harmonised system of penalties.
Η αποτελεσματικότητα της οδηγίας θα βελτιωθεί, εάν τα κράτη μέλη μπορέσουν να διαβουλευθούν για την εναρμόνιση του συστήματος κυρώσεων.
προφορά προφορά Uitspraak Report Error!


effective: cogent, potent, persuasive, influential, convincing

dictionary extension
© dictionarist.com