abate στα Ελληνικά

προφορά
ρήμ. μειώνω, ελαττώνω, υποχωρώ, κοπάζω, μετριάζω, ακυρώνω

παράδειγμα ποινές

The wind has abated.
Ο άνεμος σταμάτησε.
προφορά προφορά Uitspraak Report Error!
Although summer is over, and one now expects the flow to abate, it is common knowledge that we had a crisis, and that it is still there.
Αν και το καλοκαίρι έχει τελειώσει, και περιμένει κανείς τώρα να μετριαστεί η ροή, αποτελεί κοινό τόπο ότι αντιμετωπίσαμε μια κρίση, και ότι εξακολουθεί να υπάρχει.
προφορά προφορά Uitspraak Report Error!
As the climate is already changing, it is clear that besides facing and abating the phenomenon, we will have to adapt to it.
Καθώς η κλιματική αλλαγή συντελείται ήδη, είναι σαφές ότι πέρα από την αντιμετώπιση και τη μείωση του φαινομένου, θα χρειαστεί οπωσδήποτε και προσαρμογή. "
προφορά προφορά Uitspraak Report Error!
Cigarettes are already extremely expensive in Europe and smoking shows no signs of abating.
Ήδη τα τσιγάρα είναι πολύ ακριβά στην Ευρώπη και το κάπνισμα δεν δείχνει να περιορίζεται.
προφορά προφορά Uitspraak Report Error!
We realise that the climate hype is abating and that climate change is becoming an ordinary, everyday issue.
Συνειδητοποιούμε ότι ο θόρυβος γύρω από το κλίμα κοπάζει και ότι η αλλαγή του κλίματος μετατρέπεται σε συνηθισμένο, καθημερινό ζήτημα.
προφορά προφορά Uitspraak Report Error!
Although the armed clashes have abated somewhat at present, we must push for a political solution to be found to this conflict.
Παρόλο που οι ένοπλες συγκρούσεις έχουν κάπως κοπάσει επί του παρόντος, πρέπει να ασκήσουμε πιέσεις για την εξεύρεση πολιτικής λύσης σε αυτήν τη διαμάχη. "
προφορά προφορά Uitspraak Report Error!
Those concerned about moral hazard should say that if we had good economic governance, that fear should abate.
Εκείνοι που ανησυχούν για τον ηθικό κίνδυνο θα πρέπει να πουν ότι αν είχαμε μια καλή οικονομική διακυβέρνηση, ο φόβος θα είχε κατασιγάσει.
προφορά προφορά Uitspraak Report Error!




dictionary extension
© dictionarist.com