abandon στα Ελληνικά

προφορά
ρήμ. εγκαταλείπω, αφήνω, παραιτώ, παρατώ, αποχωρώ, παραδίδομαι

παράδειγμα ποινές

Don't abandon me!
Μη με εγκαταλείπεις!
προφορά προφορά Uitspraak Report Error!
She abandoned her children.
Εγκατέλειψε τα παιδιά της.
προφορά προφορά Uitspraak Report Error!
She refuses to abandon her career for marriage.
Αυτή αρνείται να εγκαταλείψει την καριέρα της για το γάμο.
προφορά προφορά Uitspraak Report Error!
The crew abandoned the ship.
Το πλήρωμα εγκατέλειψε το πλοίο.
προφορά προφορά Uitspraak Report Error!
For example, last year 4600 babies were abandoned in maternity hospitals.
Για παράδειγμα, κατά το προηγούμενο έτος, 4 600 βρέφη εγκαταλείφθηκαν σε μαιευτήρια.
προφορά προφορά Uitspraak Report Error!
For the first time in its history, Parliament is abandoning the theoretical threshold of 20% administrative expenditure.
Για πρώτη φορά στην ιστορία του, το Κοινοβούλιο εγκαταλείπει το θεωρητικό όριο του 20% των διοικητικών δαπανών.
προφορά προφορά Uitspraak Report Error!
Unfortunately, Malta has been abandoned and left to fend for itself.
Δυστυχώς, η Μάλτα έχει εγκαταλειφθεί και αφεθεί να φροντίσει μόνη της τον εαυτό της.
προφορά προφορά Uitspraak Report Error!
And I proposed that the European Parliament should abandon its work in Strasbourg.
Και πρότεινα ότι το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο θα έπρεπε να εγκαταλείψει τις εργασίες του στο Στρασβούργο.
προφορά προφορά Uitspraak Report Error!
Italians are abandoning public transport in droves; in 1991 it was used by 17% of the population, but in 2001 by 12.9%.
Οι Ιταλοί εγκαταλείπουν μαζικά τις δημόσιες συγκοινωνίες· το 1991 χρησιμοποιήθηκαν από το 17% του πληθυσμού, ενώ το 2001 από το 12,9%.
προφορά προφορά Uitspraak Report Error!
It abandoned the Non-Proliferation Treaty in 2003, and therefore is under no obligation to comply with it.
Εγκατέλειψε τη Συνθήκη για τη μη διάδοση των πυρηνικών όπλων το 2003, και επομένως δεν έχει καμία υποχρέωση να την τηρεί.
προφορά προφορά Uitspraak Report Error!

Συνώνυμα

1. relinquish: quit, desert, defect, forsake, leave, drop, evacuate
2. unrestrained: wantonness, spontaneity, impetuosity, enthusiasm



dictionary extension
© dictionarist.com