AB στα Ελληνικά

απο (πρόθεμα που δηλώνει απόσταση), απο (πρόθεμα που δηλώνει άρνηση), απο (πρόθεμα πού δηλώνει παρέκκλιση)

παράδειγμα ποινές

It is time to nip this tendency in the bud: to stop it ab ovo.
Ήρθε η ώρα να καταπνίξουμε αυτήν την τάση εν τη γενέσει: να την σταματήσουμε ab ovo.
προφορά προφορά Uitspraak Report Error!


a bachelor's degree in arts and sciences: bachelor's degree, Bachelor of Arts, baccalaureate, BA, Artium Baccalaurens
the blood group whose red cells carry both the A and B antigens: type AB, blood type, group AB, blood group

dictionary extension
© dictionarist.com