Πορτογαλικά → Αγγλικά - índole

προφορά
n. nature, quality, temper, temperament

Ισπανικά → Αγγλικά - índole

προφορά
n. character, mould, mold, kidney, nature, dispos

Ισπανικά → Γερμανικά - índole

προφορά
n. wesen, veranlagung, art, genre, beschaffenheit, charakter, natur

Ισπανικά → Ρωσικά - índole

προφορά
n. характер, нрав

Ισπανικά → Κορεατικά - índole

προφορά
n. 천성, 기질, 성질


dictionary extension
© dictionarist.com