Γαλλικά → Αγγλικά - âme

προφορά
(f) n. soul, spiritual part of a human being that is separate from the physical body, spirit; core, essence

Γαλλικά → Γερμανικά - âme

προφορά
n. menschenseele, seele, gemüt

Γαλλικά → Ιταλικά - âme

προφορά
(personne) anima (f)

Γαλλικά → Πορτογαλικά - âme

προφορά
(personne) alma (f)

Γαλλικά → Ρωσικά - âme

προφορά
n. душа (f), сердце (f), житель (f), сердцевина (тех.) (f), канал ствола (f), прослойка (тех.) (f), вкладыш (тех.) (f), набивка (тех.) (f), сердечник (тех.) (f), стенка балки (тех.) (

Γαλλικά → Ισπανικά - âme

προφορά
(personne) alma (f)

Γαλλικά → Τουρκικά - âme

προφορά
[la] ruh, can; gönül

Γαλλικά → Ολλανδικά - âme

προφορά
(personne) ziel (m/f)


dictionary extension
© dictionarist.com