Πορτογαλικά → Αγγλικά - átono

προφορά
adj. toneless, unaccented

Ισπανικά → Αγγλικά - átono

προφορά
adj. atonic, unstressed (Phonetics)

Ισπανικά → Γερμανικά - átono

προφορά
a. unbetont, tonlos

Ισπανικά → Ρωσικά - átono

προφορά
adj. безударный

Ισπανικά → Κορεατικά - átono

προφορά
adj. 강조하지 않은, 악센트가 없는


dictionary extension
© dictionarist.com